Μετάφραση του "allumage" σε Ελληνικά
Οι ανάφλεξη, άναμμα, ανάφλεξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "allumage" σε Ελληνικά.
allumage
noun
masculine
γραμματική
-
ανάφλεξη
noun feminineDétermination de la température d'auto-allumage des gaz et des vapeurs
Προσδιορισμός της θερμοκρασίας αερίων και ατμών από αυτόματη ανάφλεξη
-
άναμμα
nounallumage et extinction répétés des phares d’atterrissage; ou
επαναλαμβανόμενο άναμμα και σβήσιμο των φώτων προσγείωσης· ή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " allumage " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Allumage
-
ανάφλεξη
noun feminineAllumage par compression et allumage commandé
Ανάφλεξη με συμπίεση και επιβαλλόμενη ανάφλεξη
Φράσεις παρόμοιες με "allumage" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αυτανάφλεξη
-
σύστημα ανάφλεξης
-
βενζινοκινητήρας
-
κινητήρας ντίζελ · πετρελαιοκινητήρας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη