Μετάφραση του "amputation" σε Ελληνικά

Οι ακρωτηριασμός, Ακρωτηριασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "amputation" σε Ελληνικά.

amputation noun feminine γραμματική

Opération chirurgicale consistant à enlever tout ou partie d'un membre ou d'un organe.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακρωτηριασμός

    noun masculine

    Juste une belle et propre amputation financée par le gouvernement, de deux âmes sœurs.

    Μόνο ένας τακτικός, καθαρός, ομοσπονδιακά χρηματοδοτούμενος ακρωτηριασμός αδελφών ψυχών.

  • Ακρωτηριασμός

    Mais est-ce que vous avez déjà vu d'autres amputations avec un tel angle?

    Ακρωτηριασμός σε τέτοια γωνία;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " amputation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "amputation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "amputation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη