Μετάφραση του "apport" σε Ελληνικά

Οι συνεισφορά, συμβολή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "apport" σε Ελληνικά.

apport noun masculine γραμματική

choses que l’on prend avec soi [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνεισφορά

    noun feminine

    Dans ce cas, la valorisation de ces apports ne doit pas excéder

    Στις περιπτώσεις αυτές, η αξία της συνεισφοράς δεν πρέπει να υπερβαίνει

  • συμβολή

    noun

    C'est avec cette vision dynamique de notre développement culturel qu'il faudrait intégrer les apports culturels des personnes immigrées.

    Η πολιτιστική συμβολή των μεταναστών πρέπει να συνδεθεί με αυτή τη δυναμική οπτική της πολιτιστικής ανάπτυξής μας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " apport " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "apport" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη