Μετάφραση του "apposer" σε Ελληνικά

Οι βάζω, σημειώνω, προσθέτω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "apposer" σε Ελληνικά.

apposer verb γραμματική

monter (une tente)

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βάζω

    verb
  • σημειώνω

    verb

    La Commission appose, sur les documents dont se compose la demande, la date de réception et le numéro de dossier de la demande.

    Η Επιτροπή σημειώνει στα έγγραφα της αίτησης την ημερομηνία παραλαβής τους και τον αριθμό πρωτοκόλλου.

  • προσθέτω

    verb

    Un indicateur de validité ne peut être apposé qu'à la demande ou moyennant l'accord d'un autre État membre.

    Ειδική ένδειξη προστίθεται μόνο κατόπιν αίτησης ή συμφωνίας άλλου κράτους μέλους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συμπληρώνω
    • κολλώ
    • σημαδεύω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " apposer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "apposer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη