Μετάφραση του "approximation" σε Ελληνικά
Οι προσέγγιση, εκτίμηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "approximation" σε Ελληνικά.
approximation
noun
feminine
γραμματική
-
προσέγγιση
noun θηλυκόκατά προσέγγιση
Le nombre de salariés est utilisé comme une approximation temporaire du nombre de personnes occupées.
Ο αριθμός των μισθωτών χρησιμοποιείται για τον προσωρινό κατά προσέγγιση υπολογισμό του αριθμού των απασχολούμενων ατόμων.
-
εκτίμηση
noun feminineLa valeur comptable de ces actifs et passifs financiers est considérée comme une approximation raisonnable de leur juste valeur.
Η λογιστική αξία των εν λόγω χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού και παθητικού θεωρείται λογικός κατ' εκτίμηση υπολογισμός της εύλογης αξίας τους.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " approximation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη