Μετάφραση του "approximativement" σε Ελληνικά

Οι περίπου, προσέγγιση, προσεγγιστικά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "approximativement" σε Ελληνικά.

approximativement adverb

[Se dit d'une quantité (temps, taille, lieu, ...) qui est donnée] d'une manière imprécise mais proche de la réalité.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • περίπου

    adverb

    Six éprouvettes pour essai d'étirage, ayant approximativement la même épaisseur, doivent être prélevées des faces plates.

    Από τις επίπεδες πλευρές λαμβάνονται έξι δοκίμια, με περίπου το ίδιο πάχος, για τη δοκιμή σε επεκτατική ολκή.

  • προσέγγιση

    noun

    κατά προσέγγιση

    Ces parts de marché seraient restées approximativement les mêmes jusqu' en 1987.

    Τα μερίδια αυτά της αγοράς έμειναν κατά προσέγγιση τα ίδια μέχρι το 1987.

  • προσεγγιστικά

    adverb

    En 1995 les parts respectives du trafic aérien et du trafic routier en termes d'émissions de CO2 ont été, selon la Commission, approximativement les suivantes:

    Σύμφωνα με τα στοιχεία της Επιτροπής, η συμμετοχή των αεροπορικών και των οδικών μεταφορών αντιστοίχως στις εκπομπές CO2 διαμορφώθηκε προσεγγιστικά το 1995 ως εξής:

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γύρω
    • κοντά
    • κατά προσέγγιση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " approximativement " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "approximativement" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη