Μετάφραση του "autocar" σε Ελληνικά

Οι πούλμαν, λεωφορείο, Πούλμαν είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "autocar" σε Ελληνικά.

autocar noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πούλμαν

    noun neuter

    Le problème lié au transport transfrontalier par autocar n'est pas non plus résolu.

    Το πρόβλημα των διασυνοριακών μεταφορών με πούλμαν μένει επίσης άλυτο.

  • λεωφορείο

    noun neuter

    Alors, je me suis offert ce voyage en autocar.

    Έτσι, κάνω το γύρω της Αμερικής με λεωφορείο.

  • Πούλμαν

    transport routier pouvant accueillir plusieurs voyageurs pour de longues distances

    Pour les services occasionnels internationaux de voyageurs par route effectués par autocars ou par autobus

    Για έκτακτες διεθνείς μεταφορές επιβατών με πούλμαν και λεωφορεία

  • υπεραστικό λεωφορείο

    neuter

    Un autobus interurbain aura en général un plancher surélevé, mais un moteur moins puissant qu'un autocar de tourisme.

    Ένα υπεραστικό λεωφορείο κατά κανόνα έχει υψηλό δάπεδο, αλλά σχετικά μικρότερης ισχύος κινητήρα από ένα τουριστικό λεωφορείο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " autocar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "autocar"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "autocar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη