Μετάφραση του "avaler" σε Ελληνικά

Οι καταπίνω, χάβω, τρώω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "avaler" σε Ελληνικά.

avaler verb γραμματική

Consommer quelque chose de solide ou semi-solide (habituellement de la nourriture) en le mettant dans la bouche, puis en l'avalant.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καταπίνω

    verb

    Et ma mère quelques jours après, mais elle avait avalé des médocs.

    Και μερικές μέρες μετά, τη μαμά μου αλλά, εκείνη κατάπιε χάπια.

  • χάβω

    verb

    Tu me feras pas avaler ça.

    Δεν το χάβω αυτό.

  • τρώω

    verb

    Καταναλώνω κάτι στερεό ή ημι-στερεό (συνήθως τροφή) βάζοντάς το στο στόμα και καταπίνοντάς το.

    Autant avaler des haricots de Lima jusqu'à la mort.

    Προτιμώ να τρώω φασολάδα για όλη μου τη ζωή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τρώγω
    • χελιδόνι
    • ρουφώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " avaler " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "avaler"

Φράσεις παρόμοιες με "avaler" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "avaler" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη