Μετάφραση του "avestique" σε Ελληνικά
Οι Αβεστική γλώσσα, αβεστική γλώσσα, Αβεστική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "avestique" σε Ελληνικά.
avestique
adjective
noun
masculine
γραμματική
Langue iranienne éteinte, autrefois utilisée pour composer des hymnes du livre saint Zoroastrien, l'Avesta.
-
Αβεστική γλώσσα
proper neuter -
αβεστική γλώσσα
-
Αβεστική
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " avestique " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη