Μετάφραση του "basique" σε Ελληνικά
Οι βασικός, αλκαλικός, κανονικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "basique" σε Ελληνικά.
basique
adjective
masculine
γραμματική
Nécessaire et essentiel pour la vie ou pour un autre processus. [..]
-
βασικός
adjectiveστη χημεία
Basiques, réfléchies, et psychiques, ou larmes émotionnelles.
Ο βασικός, ο αντανακλαστικός και ο ψυχικός ή δάκρυα συναισθήματος.
-
αλκαλικός
adjective masculine -
κανονικός
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " basique " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη