Μετάφραση του "boisement" σε Ελληνικά

Οι αναδάσωση, δάσωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "boisement" σε Ελληνικά.

boisement noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναδάσωση

    noun feminine

    La politique de boisement de la Communauté reste limitée.

    Η αναδάσωση στην Κοινότητα εξακολουθεί να είναι περιορισμένου βεληνεκούς.

  • δάσωση

    Le boisement de terres affermées est généralement difficile.

    Η δάσωση μισθωμένων εκτάσεων είναι κατά κανόνα δύσκολη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " boisement " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "boisement" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη