Μετάφραση του "boisson" σε Ελληνικά
Οι ποτό, πίνω, πιοτό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "boisson" σε Ελληνικά.
boisson
noun
feminine
γραμματική
Liquide servant à la réhydratation par la bouche, pour ... ''(Sens général)'' [..]
-
ποτό
noun neuterliquide destiné à la consommation [..]
Ce soir, nous allons savoir ce que votre boisson préférée est.
Απόψε θα βρούμε ποιο είναι το αγαπημένο σου ποτό.
-
πίνω
verbMon propre frère s'est mis aux boissons aux plantes.
Ο ίδιος μου ο αδερφός να πίνει μπύρα από ρίζα.
-
πιοτό
nounOn parle d'une communauté plus forte que la boisson.
Μιλάμε για μια συντροφιά πολύ πιο ισχυρή από το πιοτό.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πιοτί
- γουλιά
- ρουφηξιά
- οινοπνευματώδες ποτό
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " boisson " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "boisson"
Φράσεις παρόμοιες με "boisson" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γάλα-ρόφημα
-
βιομηχανία ποτών · ποτοποιία
-
αλκοολούχο ποτό · αλκοολούχο υγρό · αλκοόλ
-
αεριούχο ποτό · αναψυκτικό · σόδα
-
μη αλκοολούχο ποτό
-
ζεστό ποτό
-
αλκοολούχο ποτό σιτηρών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη