Μετάφραση του "comparatif" σε Ελληνικά

Οι συγκριτικός, συγκριτικός βαθμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "comparatif" σε Ελληνικά.

comparatif adjective noun masculine γραμματική

Degré de comparaison de l'adjectif ou de l'adverbe.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συγκριτικός

    adjective masculine

    Ces modifications sont expliquées dans les notes et les chiffres comparatifs qui sont fournis.

    Οι εν λόγω τροποποιήσεις επεξηγούνται στις σημειώσεις και παρέχονται συγκριτικά αριθμητικά στοιχεία.

  • συγκριτικός βαθμός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " comparatif " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "comparatif" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "comparatif" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη