Μετάφραση του "compromis" σε Ελληνικά

Οι συμβιβάζομαι, συμβιβασμός, Συμβιβασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "compromis" σε Ελληνικά.

compromis verb noun particle masculine γραμματική

Accord atteint entre plusieurs parties dans lequel chaque partie fait des concessions. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμβιβάζομαι

    verb

    Vous m'embauchez parce que je ne compromets pas mes principes.

    Με προσέλαβες επειδή δεν συμβιβάζω τις αρχές μου.

  • συμβιβασμός

    masculine

    Dans un esprit de compromis, la Commission a accepté que cette mention ne soit pas insérée.

    Η Επιτροπή αποδέχθηκε να μη συμπεριληφθεί η αναφορά, στο πνεύμα ενός συνολικού συμβιβασμού.

  • Συμβιβασμός

    Dans un esprit de compromis, la Commission a accepté que cette mention ne soit pas insérée.

    Η Επιτροπή αποδέχθηκε να μη συμπεριληφθεί η αναφορά, στο πνεύμα ενός συνολικού συμβιβασμού.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανταλλαγή
    • διακινδυνεύω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " compromis " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "compromis" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • πίνακας ανταλλαγής
  • συμβιβαζόμενος
  • απειλώ · διακινδυνεύω · θέτω σε κίνδυνο · ρισκάρω · ριψοκινδυνεύω · υπονομεύω
  • εκτίθεμαι
  • απειλώ · διακινδυνεύω · θέτω σε κίνδυνο · ρισκάρω · ριψοκινδυνεύω · υπονομεύω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "compromis" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη