Μετάφραση του "comptabiliser" σε Ελληνικά
Οι χρεώνω, καταγράφω, λογαριασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "comptabiliser" σε Ελληνικά.
comptabiliser
verb
γραμματική
-
χρεώνω
verb -
καταγράφω
verbLes montants de ces cotisations doivent être comptabilisés nets de toute subvention éventuelle.
Τα ποσά των εν λόγω εισφορών πρέπει να καταγράφονται αφού αφαιρεθούν οι επιδοτήσεις.
-
λογαριασμός
noun masculineLes coûts directs initiaux doivent être comptabilisés en résultat au commencement du contrat de location.
Τα αρχικά άμεσα κόστη πρέπει να καταχωρούνται ως έξοδα στην κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων κατά την έναρξη της μίσθωσης.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- καταγραφή
- λογαριάζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " comptabiliser " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη