Μετάφραση του "corporel" σε Ελληνικά
Οι σωματικός, υλικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "corporel" σε Ελληνικά.
corporel
adjective
masculine
γραμματική
-
σωματικός
adjective masculineVoilà pourquoi vous devriez arrêter les punitions corporelles.
Γι'αυτό τον λόγο πρέπει να σταματήσετε να ασκείτε σωματική τιμωρία.
-
υλικός
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " corporel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "corporel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
το σωματικό βίωμα
-
σωματικό θέατρο
-
συσσώρευση στους σωματικούς ιστούς
-
Θερμοκρασία σώματος
-
σωματική τιμωρία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη