Μετάφραση του "corps" σε Ελληνικά

Οι σώμα, πτώμα, κορμί είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "corps" σε Ελληνικά.

corps noun masculine γραμματική

Partie principale d’un objet [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σώμα

    noun neuter

    φυσική υπόσταση ζωντανού οργανισμού [..]

    Le corps humain moyen contient suffisamment d'os pour faire un squelette humain entier.

    Το μέσο ανθρώπινο σώμα περιέχει αρκετά οστά για να κάνει έναν ολόκληρο ανθρώπινο σκελετό.

  • πτώμα

    noun neuter

    Ils trouveront ton corps dans la baie près du pont.

    Θα βρουν το πτώμα σου στον κόλπο κοντά στη γέφυρα.

  • κορμί

    noun neuter

    Bébé, cette robe a fait tout le chemin de Londres pour être sur ton corps.

    Μωρό μου, αυτό το φόρεμα ήρθε απ'το Λονδίνο για να'ναι στο κορμί σου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σορός
    • κουφάρι
    • σάρκα
    • κορμός
    • ανατομία
    • ανθρώπινο σώμα
    • σωματική κατασκευή
    • υλικό σώμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " corps " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "corps"

Φράσεις παρόμοιες με "corps" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "corps" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη