Μετάφραση του "croate" σε Ελληνικά

Οι Κροατικά, κροατικά, κροατικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "croate" σε Ελληνικά.

croate adjective noun masculine γραμματική

Concernant ou relatif à la Croatie, aux Croates ou à la langue croate. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κροατικά

    noun

    La manifestation a été un succès et a largement été diffusée dans les médias croates.

    Η εκδήλωση ήταν ιδιαίτερα επιτυχής και καλύφθηκε ευρέως από τα κροατικά μέσα ενημέρωσης.

  • κροατικά

    noun

    Langue slave du Sud parlée par les croates, qui vivent principalement en Croatie, en Bosnie-Herzégovienne et les pays avoisinants.

    La manifestation a été un succès et a largement été diffusée dans les médias croates.

    Η εκδήλωση ήταν ιδιαίτερα επιτυχής και καλύφθηκε ευρέως από τα κροατικά μέσα ενημέρωσης.

  • κροατικός

    adjective

    L'alignement de la loi croate sur la radiodiffusion doit être achevé.

    Πρέπει να εναρμονιστεί ο κροατικός νόμος περί ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών.

  • κροατική γλώσσα

    Au moins un membre du conseil d’administration doit pouvoir s’exprimer couramment en langue croate.

    Ένα τουλάχιστον μέλος του διοικητικού συμβουλίου πρέπει να γνωρίζει άριστα την κροατική γλώσσα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " croate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Croate noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κροάτης

    noun masculine

    Je suis bosniaque, je comprends pas le croate.

    Εγώ είμαι Βόσνιος κι αυτός Κροάτης και δεν καταλαβαίνω τη γλώσσα του!

  • Κροατικά

    noun

    Je l'ai passé au traducteur de langage et c'est vachement Croate.

    Το πέρασα στην μετάφραση και γύρισε στα Κροατικά.

  • κροατικά

    noun

    La manifestation a été un succès et a largement été diffusée dans les médias croates.

    Η εκδήλωση ήταν ιδιαίτερα επιτυχής και καλύφθηκε ευρέως από τα κροατικά μέσα ενημέρωσης.

  • κροατικός

    adjective

    L'alignement de la loi croate sur la radiodiffusion doit être achevé.

    Πρέπει να εναρμονιστεί ο κροατικός νόμος περί ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών.

Φράσεις παρόμοιες με "croate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Κροάτης
  • σερβοκροατικά · σερβοκροατικός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "croate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη