Μετάφραση του "croup" σε Ελληνικά
Το Ψευδομεμβρανώδης λαρυγγίτιδα είναι η μετάφραση του "croup" σε Ελληνικά.
croup
noun
masculine
-
Ψευδομεμβρανώδης λαρυγγίτιδα
gonflement de l'intérieur de la gorge habituellement déclenché par une infection virale
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " croup " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "croup" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σπασμώδης (τρισμώδης) λαρυγγίτιδα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη