Μετάφραση του "dilatation" σε Ελληνικά
Οι διαστολή, επέκταση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dilatation" σε Ελληνικά.
dilatation
noun
feminine
γραμματική
expansion (contraire de compression)
-
διαστολή
noun feminineLe mouvement des yeux et la dilatation sont souvent très révélateur.
Η κίνηση οφθαλμών και η διαστολή συχνά σε προδίνουν.
-
επέκταση
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dilatation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "dilatation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αρμό διαστολής
-
Θερμική διαστολή
-
Διαστολή του χρόνου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη