Μετάφραση του "discordance" σε Ελληνικά

Το ασυμφωνία είναι η μετάφραση του "discordance" σε Ελληνικά.

discordance noun feminine
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασυμφωνία

    noun feminine

    Sur le premier moyen, tiré d’une discordance de la décision attaquée avec la décision autrichienne

    Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από ασυμφωνία μεταξύ της προσβαλλομένης αποφάσεως και της αυστριακής αποφάσεως

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " discordance " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "discordance" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη