Μετάφραση του "discours" σε Ελληνικά

Οι ομιλία, λόγος, διάλεξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "discours" σε Ελληνικά.

discours noun masculine γραμματική

Discours formel, souvent long et systématique sur un thème donné. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ομιλία

    noun feminine

    adresse orale faite devant un auditoire [..]

    Si vous le permettez, je vais reprendre un point que j'ai évoqué dans mon discours introductif.

    Αν μου επιτρέπετε, θα επαναλάβω ένα σημείο που έθιξα στην αρχική μου ομιλία.

  • λόγος

    noun masculine

    Μια μορφή ή έκφραση προφορικής επικοινωνίας στην οποία ένας ομιλητής εκδηλώνει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του ενώπιον κοινού, συχνά για έναν δοσμένο σκοπό(Source: RHW)

    Et ce discours n'était pas pour nous convaincre.

    Ο λόγος δεν ήταν για να μας πείσει.

  • διάλεξη

    noun feminine

    Faites donc faire vos foutus discours par d'autres!

    Πάρτε κάποιος άλλος να δώσει διάλεξη καταραμένο σας!

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αγόρευση
    • ομiλία
    • ομηλία
    • συνομιλία
    • δημόσια αγόρευση
    • δημόσια ομιλία
    • διατριβή
    • θέμα
    • συζήτηση
    • συνεχής λόγος
    • τρόπος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " discours " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "discours"

Φράσεις παρόμοιες με "discours" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "discours" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη