Μετάφραση του "diviser" σε Ελληνικά
Οι διαιρώ, χωρίζω, κατανέμω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "diviser" σε Ελληνικά.
Séparer un objet, une région ou un espace en sections ou parties. [..]
-
διαιρώ
verb” Ainsi, l’explication divinement inspirée comprenait un double jeu de mots sur “ Pérès ” et sur la racine qui signifie “ diviser ”.
Έτσι λοιπόν, η θεόπνευστη εξήγηση περιλάμβανε ένα διπλό λογοπαίγνιο με τη λέξη «Φερές» και τη ρίζα που σημαίνει «διαιρώ».
-
χωρίζω
verbLes droits doivent être divisés en deux catégories.
Τα δικαιώματα πρέπει να χωρίζονται σε δύο κατηγορίες.
-
κατανέμω
verbLe montant de référence est ensuite divisé par la superficie exploitée en moyenne pendant cette période.
Ακολούθως, το ποσό αναφοράς κατανέμεται στην έκταση που καλλιεργήθηκε κατά μέσο όρο στην ανωτέρω χρονική περίοδο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- διχάζω
- διαχωρίζω
- μοιράζω
- διασπώ
- σχίζω
- τεμαχίζω
- ξεχωρίζω
- διαμοιράζω
- σπάζω
- καταμερίζω
- κινούμαι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " diviser " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "diviser" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Γονική: Θυγατρικές επιχειρηματικές μονάδες
-
διαιρούμαι
-
διαιρώ · τεταρτιάζω
-
διχοτομώ
-
διαίρει και βασίλευε
-
Διαίρει και βασίλευε · διαίρει και βασίλευε
-
διαιρεμένος
-
διαιρώ · τεταρτιάζω