Μετάφραση του "dur" σε Ελληνικά
Οι σκληρός, δύσκολος, χαλεπός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dur" σε Ελληνικά.
dur
adjective
noun
adverb
masculine
γραμματική
D'une personne, sévère, inamicale. [..]
-
σκληρός
adjective masculineRésistant à la pression.
Elle travaille aussi dur que n'importe qui.
Αυτή δουλεύει τόσο σκληρά όσο οποιοσδήποτε άλλος.
-
δύσκολος
adjective masculineJe peux dire que ça a été dur pour toi.
Μπορώ να πω ότι αυτό είναι δύσκολο για σένα.
-
χαλεπός
adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- γερός
- σκληρό
- σφιχτός
- μάγκας
- πικρός
- δύσκολος-η-ο
- σκληρή
- άγρια
- κακοποιός
- κοπιώδης
- επίμοχθος
- τραμπούκος
- κοπιαστικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dur " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "dur" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σκληρή · σκληρό · σκληρός
-
ασάφεια
-
μη ήπιες μορφές ενέργειας
-
βαρήκοος
-
ημίσκληρο τυρί
-
ενσωματωμένο στον κώδικα
-
σκληρό τυρί
-
Οδηγός νέου εικονικού σκληρού δίσκου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη