Μετάφραση του "dure" σε Ελληνικά

Οι σκληρός, σκληρό, σκληρή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dure" σε Ελληνικά.

dure adjective verb noun feminine

Pour l'eau, qui a un haut taux de composés calcaires dissouts.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκληρός

    adjective masculine

    Elle travaille aussi dur que n'importe qui.

    Αυτή δουλεύει τόσο σκληρά όσο οποιοσδήποτε άλλος.

  • σκληρό

    adjective

    Ce pain est aussi dur qu'une pierre.

    Αυτό το ψωμί είναι σκληρό σαν πέτρα.

  • σκληρή

    adjective

    Elle travaille aussi dur que n'importe qui.

    Αυτή δουλεύει τόσο σκληρά όσο οποιοσδήποτε άλλος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dure " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dure" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dure" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη