Μετάφραση του "durcir" σε Ελληνικά

Οι σκληρύνω, σκληραίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "durcir" σε Ελληνικά.

durcir verb γραμματική

Recouvrir (quelque chose) avec une couche de matériau solide. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκληρύνω

    L'aspect tissé n'a pas encore durci dans l'os cortical.

    Οι πτυχώσεις δεν έχουν ακόμα σκληρύνει σε φλοιώδες οστό.

  • σκληραίνω

    verb

    Durcir

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " durcir " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "durcir" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "durcir" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη