Μετάφραση του "dyslexique" σε Ελληνικά

Το δυσλεκτικός είναι η μετάφραση του "dyslexique" σε Ελληνικά.

dyslexique adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δυσλεκτικός

    adjective

    Tandis qu'ils s'inquiétaient tous de mes résultats sanguin ils ne se sont même pas rendu compte que Jesse était dyslexique.

    Ενώ όλοι ήταν τόσο απορροφημένοι με τις εξετάσεις αίματος μετά βίας παρατήρησαν ότι ο Τζέσι ήταν δυσλεκτικός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dyslexique " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dyslexique" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη