Μετάφραση του "endurance" σε Ελληνικά

Το αντοχή είναι η μετάφραση του "endurance" σε Ελληνικά.

endurance noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αντοχή

    noun feminine

    Les effets secondaires incluent une concentration intense, une endurance pas naturelle, et un sentiment totalement infondé d'invincibilité.

    Οι παρενέργειες περιλαμβάνουν ένταση συγκέντρωσης, αφύσικη αντοχή, και μια εντελώς αβάσιμη αίσθηση του αήττητου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " endurance " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "endurance" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη