Μετάφραση του "endurance" σε Ελληνικά
Το αντοχή είναι η μετάφραση του "endurance" σε Ελληνικά.
endurance
noun
feminine
γραμματική
-
αντοχή
noun feminineLes effets secondaires incluent une concentration intense, une endurance pas naturelle, et un sentiment totalement infondé d'invincibilité.
Οι παρενέργειες περιλαμβάνουν ένταση συγκέντρωσης, αφύσικη αντοχή, και μια εντελώς αβάσιμη αίσθηση του αήττητου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " endurance " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη