Μετάφραση του "explicatif" σε Ελληνικά
Οι εξηγητικός, επεξηγητικός, επεξηγηματικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "explicatif" σε Ελληνικά.
explicatif
adjective
masculine
γραμματική
-
εξηγητικός
-
επεξηγητικός
-
επεξηγηματικός
Ceci est supposé être le principal facteur explicatif des récents gains de productivité obtenus par la distribution aux États-Unis et en Australie.
Αυτό υποτίθεται ότι είναι ο επεξηγηματικός παράγοντας της πρόσφατης αύξησης της παραγωγικότητας που σημείωσε το διανεμητικό εμπόριο στις ΗΠΑ και στην Αυστραλία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " explicatif " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη