Μετάφραση του "explosif" σε Ελληνικά

Οι εκρηκτικό, εκρηκτικός, εκρηκτικά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "explosif" σε Ελληνικά.

explosif adjective noun masculine γραμματική

qui produit une explosion

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκρηκτικό

    noun

    Si la quantité n'est pas connue, l'objet entier est considéré comme explosif aux fins de la présente directive.

    Εάν η ποσότητα είναι άγνωστη, για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας αντιμετωπίζεται ως εκρηκτικό ολόκληρο το αντικείμενο.

  • εκρηκτικός

    adjective masculine

    Qui produit une explosion

    Ce que je viens d'injecter dans tes sinus est une charge explosive.

    Αυτό που έβαλα στη μύτη σου είναι ένας εκρηκτικός μηχανισμός.

  • εκρηκτικά

    noun

    Selon moi, sa cargaison est dangereuse, voire explosive.

    Εμένα μου φαίνεται σαν να έχει επικίνδυνο φορτίο, ίσως εκρηκτικά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εκρήξιμος
    • Εκρηκτικές ύλες
    • εκρηκτικές ύλες
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " explosif " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "explosif" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "explosif" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη