Μετάφραση του "exponentiel" σε Ελληνικά
Οι εκθετικός, εκθετική συνάρτηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "exponentiel" σε Ελληνικά.
exponentiel
adjective
masculine
γραμματική
-
εκθετικός
adjectiveTempérature: ; Multiplication exponentielle: Hz;
Θερμοκρασία: Εκθετικός πολλαπλασιασμός: Hz
-
εκθετική συνάρτηση
nounCommençons par une fonction exponentielle.
Ας αρχίσουμε με μια εκθετική συνάρτηση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " exponentiel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "exponentiel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εκθετική συνάρτηση
-
εκθετική γραμμή τάσης
-
Εκθετική αύξηση
-
Εκθετική κατανομή
-
Εκθετική συνάρτηση · εκθετική συνάρτηση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη