Μετάφραση του "exportateur" σε Ελληνικά
Οι εξαγωγέας, εξαγωγικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "exportateur" σε Ελληνικά.
exportateur
adjective
noun
masculine
γραμματική
-
εξαγωγέας
Ce nouvel exportateur avait demandé simultanément un réexamen des droits compensateurs applicables aux mêmes importations.
Ο εν λόγω νέος εξαγωγέας ζήτησε ταυτόχρονα επανεξέταση των δασμών κατά των επιδοτήσεων που εφαρμόζονται στις ίδιες εισαγωγές.
-
εξαγωγικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " exportateur " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "exportateur" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εξαγωγική βιομηχανία
-
Οργανισμός Πετρελαιοπαραγωγικών Κρατών · Οργανισμός εξαγωγών πετρελαιοπαραγωγών χωρών
-
Οργανισμός Αραβικών Πετρελαιοεξαγωγικών Χωρών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη