Μετάφραση του "fertile" σε Ελληνικά

Οι γόνιμος, καρπερός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fertile" σε Ελληνικά.

fertile adjective masculine γραμματική

Produisant en abondance.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γόνιμος

    adjective

    Alors, l'homme le plus fertile d'Amérique a la peste bubonique?

    Δηλαδή ο πιο γόνιμος άνδρας στην Αμερική, πάσχει από βουβωνική πανώλη.

  • καρπερός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fertile " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fertile" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη