Μετάφραση του "fertilisant" σε Ελληνικά
Το λίπασμα είναι η μετάφραση του "fertilisant" σε Ελληνικά.
fertilisant
adjective
verb
noun
masculine
γραμματική
-
λίπασμα
noun neuterSur les sols en forte pente, l’épandage des fertilisants est interdit.
Η διασπορά των λιπασμάτων σε εντόνως επικλινή εδάφη απαγορεύεται.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fertilisant " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "fertilisant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γονιμοποιώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη