Μετάφραση του "feuillage" σε Ελληνικά

Οι φύλλωμα, φυλλωσιά, φύλλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "feuillage" σε Ελληνικά.

feuillage noun masculine γραμματική

Ensemble des feuilles d'une plante.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φύλλωμα

    noun neuter

    Ensemble des feuilles d'une plante.

    Les bulbes sont ainsi déposés au fond des sillons, feuillage sur le dos.

    Κατ' αυτό τον τρόπο, οι βολβοί καταλήγουν στο κατώτατο σημείο του αυλακιού, με το φύλλωμα από πάνω.

  • φυλλωσιά

    feminine
  • φύλλο

    noun neuter

    son feuillage vert foncé,

    τα βαθυπράσινα φύλλα του,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " feuillage " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "feuillage" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη