Μετάφραση του "feuille" σε Ελληνικά

Οι φύλλο, φύλλον, σεντόνι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "feuille" σε Ελληνικά.

feuille noun feminine γραμματική

Objet lisse, fin et rectangulaire fait d'une substance consistante, comme du métal, verre, bois, pierre, acier, etc. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φύλλο

    noun neuter

    Partie aérienne d’un végétal qui capte la lumière et qui lui permet de respirer. [..]

    En automne, les feuilles virent au jaune.

    Το φθινόπωρο τα φύλλα γίνονται κίτρινα.

  • φύλλον

    noun

    Relever le temps nécessaire pour que la première feuille sorte de l'appareil.

    Καταγράφεαι ο χρόνος μέχρι την έξοδο του πρώτου φύλλου από τη μονάδα.

  • σεντόνι

    noun neuter
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • έλασμα
    • Φύλλο
    • φύλλωμα
    • πιστοποιητικό
    • προπέλα
    • επίμηκες αντικείμενο
    • κομμάτι χαρτί
    • λεπίδα
    • χαρτάκι για γλυκό
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " feuille " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "feuille"

Φράσεις παρόμοιες με "feuille" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "feuille" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη