Μετάφραση του "fidjien" σε Ελληνικά

Οι Φίτζι, κάτοικος των νησιών Φίτζι, Φιτζιανός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fidjien" σε Ελληνικά.

fidjien adjective noun masculine γραμματική

Langue appartenant au groupe des langues malayo-polynésiennes orientales de la famille des langues austronésiennes, parlée dans les îles Fidji dont il est une des langues officielles.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Φίτζι

    proper neuter

    Le chantier naval fidjien a été choisi et sélectionné en suivant rigoureusement les procédures FED.

    Επιλέχθηκε το ναυπηγείο των Φίτζι αφού τηρήθηκαν αυστηρά οι διαδικασίες ΕΤΑ.

  • κάτοικος των νησιών Φίτζι

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fidjien " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Fidjien noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Φιτζιανός

    masculine
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fidjien" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη