Μετάφραση του "finir" σε Ελληνικά

Οι τελειώνω, τέλος, ολοκληρώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "finir" σε Ελληνικά.

finir verb γραμματική

Arriver à sa fin. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τελειώνω

    verb

    Mener quelque chose à sa fin, à sa conclusion.

    On a commencé ce combat et on le finira.

    Εμείς ξεκινήσαμε αυτόν τον πόλεμο, κι εμείς θα τον τελειώσουμε.

  • τέλος

    noun neuter

    Tout est bien qui finit bien.

    Τέλος καλό, όλα καλά.

  • ολοκληρώνω

    verb

    La perfusion de cryoprotecteurs au moment de la congélation n'était pas finie?

    Η εισαγωγή του κρυοπροστατευτικού στο αίμα κατά τη στιγμή της τήξης δεν ολοκληρώθηκε.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λήγω
    • σταματώ
    • κλείνω
    • παύω
    • σταματάω
    • αποπερατώνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " finir " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "finir" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "finir" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη