Μετάφραση του "fini" σε Ελληνικά
Το πεπερασμένο είναι η μετάφραση του "fini" σε Ελληνικά.
fini
adjective
noun
verb
masculine
γραμματική
Arrivé à son terme. [..]
-
πεπερασμένο
neuterC'est la définition d'un jeu infini. Un jeu fini est le fait de jouer pour gagner,
Αυτός είναι ο ορισμός του ατελείωτου παιχνιδιού. Ένα πεπερασμένο παιχνίδι παίζεται για την νίκη,
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fini " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "fini" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τέλος καλό, όλα καλά
-
αποπερατώνω · κλείνω · λήγω · ολοκληρώνω · παύω · σταματάω · σταματώ · τέλος · τελειώνω
-
Ντετερμινιστικό πεπερασμένο αυτόματο
-
αποσύρομαι
-
Θεώρημα μέσης τιμής
-
Πεπερασμένο σώμα
-
Ταξινόμηση πεπερασμένων απλών ομάδων
-
βγάζω από τη μέση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη