Μετάφραση του "fini" σε Ελληνικά

Το πεπερασμένο είναι η μετάφραση του "fini" σε Ελληνικά.

fini adjective noun verb masculine γραμματική

Arrivé à son terme. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πεπερασμένο

    neuter

    C'est la définition d'un jeu infini. Un jeu fini est le fait de jouer pour gagner,

    Αυτός είναι ο ορισμός του ατελείωτου παιχνιδιού. Ένα πεπερασμένο παιχνίδι παίζεται για την νίκη,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fini " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "fini" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fini" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη