Μετάφραση του "follement" σε Ελληνικά
Το τρελά είναι η μετάφραση του "follement" σε Ελληνικά.
follement
adverb
-
τρελά
adjectiveUn comptable avec des ennuis, qui traverse un divorce et qui est follement amoureux de toi.
Ένας ορκωτός λογιστής με νομικά μπλεξίματα που παίρνει διαζύγιο και είναι τρελά ερωτευμένος μαζί σου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " follement " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη