Μετάφραση του "fossoyeur" σε Ελληνικά

Το νεκροθάφτης είναι η μετάφραση του "fossoyeur" σε Ελληνικά.

fossoyeur noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • νεκροθάφτης

    Noun masculine

    métier du secteur des pompes funèbres consistant à travailler dans un cimetière

    Le fossoyeur l'a mis dans la fosse commune.

    Ο νεκροθάφτης τον έβαλε σ'ένα τάφο για φτωχούς.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fossoyeur " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "fossoyeur"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fossoyeur" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη