Μετάφραση του "fou" σε Ελληνικά
Οι τρελός, παλαβός, αξιωματικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fou" σε Ελληνικά.
fou
adjective
noun
masculine
γραμματική
Personne qui a perdu la raison [..]
-
τρελός
adjective noun masculinePersonne qui a perdu la raison [..]
Je n'ai pas dit que vous étiez fou.
Δεν είπα ότι ήσουνα τρελός.
-
παλαβός
adjective masculineVous devez me laisser partir avant que ce fou de Hoop revienne pour me tuer.
'Eριν, ελευθέρωσέ με πριν με σκοτώσει ο παλαβός Χουπ.
-
αξιωματικός
noun masculineστο σκάκι
Mais la prochaine victime aurait dû avoir un fou.
Αλλά το επόμενο θύμα θα έπρεπε να είναι αξιωματικός.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μανιακός
- μουρλός
- παράφρων
- βλάκας
- ανόητος
- χαζός
- παράφρονας
- γελωτοποιός
- φρενοβλαβής
- τζουτζές
- Αξιωματικός
- σαχλός
- όρχις
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fou " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "fou"
Φράσεις παρόμοιες με "fou" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τρελός
-
άι γαμήσου
-
τρελοκομείο · φρενοκομείο · ψυχιατρικό νοσοκομείο
-
φύγε από εδώ
-
μανιακός · παράφρονας · παράφρων · πούστης · συκιά · τρελός · φρενοβλαβής · φρούτο
-
κιγκλίδωμα
-
παράφρων · τρελός
-
ζμπούτσαμ · σκασίλα μου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη