Μετάφραση του "frison" σε Ελληνικά
Οι Φριζιακά, φριζιακά, φριζικά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "frison" σε Ελληνικά.
frison
noun
masculine
γραμματική
Langue germanique occidentale parlée principalement en Frise et nord-ouest des Pays-Bas.
-
Φριζιακά
Langue germanique occidentale parlée principalement en Frise et nord-ouest des Pays-Bas.
-
φριζιακά
-
φριζικά
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " frison " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "frison"
Φράσεις παρόμοιες με "frison" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Νησιά βόρειας Φρισίας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη