Μετάφραση του "frisson" σε Ελληνικά
Οι ρίγος, ανατριχιάζω, τρέμουλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "frisson" σε Ελληνικά.
frisson
noun
masculine
γραμματική
sensation de froid (provoquée par la fièvre, l’effroi)
-
ρίγος
noun neuterBien que, venant de vous, cela me donne un certain frisson.
Παρόλο που ακούγοντας το από εσένα, με πιάνει ένα ρίγος.
-
ανατριχιάζω
verbDonc c'était... je veux dire, j'ai des frissons rien que d'en parler,
Έτσι λοιπόν — δηλαδή, ανατριχιάζω και μόνο που μιλάω γι' αυτό,
-
τρέμουλο
neuterOu bien c'est un frisson?
Ή αυτό είναι τρέμουλο;
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- φρίσσω
- ριγώ
- αναρριγώ
- τουρτουρίζω
- τρεμουλιάζω
- τρεμούλα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " frisson " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη