Μετάφραση του "gras" σε Ελληνικά
Οι λίπος, παχύς, λιπαρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gras" σε Ελληνικά.
gras
adjective
noun
masculine
γραμματική
Sale, imbu de graisse ou d'une autre matière onctueuse. [..]
-
λίπος
noun neuterAw, mon chéri, laisse moi découper le gras de ta viande.
Ορίστε γλυκέ μου, θα σου κόψω το λίπος.
-
παχύς
adjective masculineLes trichomes sur ce bébé sont tellement gras et brillants qu'ils scintillent.
Το τρίχωμα αυτού του μωρού είναι πολύ παχύ και λαμπερό, αστράφτει.
-
λιπαρός
adjective masculineEsters de glycérol et d'un mélange d'acide citrique et d'acides gras des huiles et des graisses alimentaires.
Μεικτοί εστέρες στους γλυκερίνης με κιτρικό οξύ και λιπαρά οξέα που απαντούν στα εδώδιμα λίπη και έλαια.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- τολμηρός
- έντονα
- πάχυνση
- έντονη γραφή
- λιπώδης ιστός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " gras " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "gras" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
φυτική λιπαρή ουσία
-
Φουά γκρα
-
φουά γκρα
-
Αποκριά · Απόκρια · Καθαρά Δευτέρα
-
λίπος · λιπαρή ουσία
-
φουά γκρα
-
Λιπαρό οξύ · λιπαρό οξύ
-
λίπος · λιπώδης ιστός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη