Μετάφραση του "illisible" σε Ελληνικά

Το δυσανάγνωστος είναι η μετάφραση του "illisible" σε Ελληνικά.

illisible adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δυσανάγνωστος

    Adjective

    Incomplet, illisible, manifestement falsifié ou ne correspondant pas aux documents du véhicule.

    Ελλιπής, δυσανάγνωστος, εμφανώς πλαστός ή δεν συμφωνεί με τα έγγραφα του οχήματος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " illisible " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "illisible" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη