Μετάφραση του "illusion" σε Ελληνικά
Οι παραίσθηση, ψευδαίσθηση, κόπλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "illusion" σε Ελληνικά.
illusion
noun
feminine
γραμματική
fausse apparence [..]
-
παραίσθηση
noun feminineCe tueur en série n'était pas une illusion paranoïaque, Josiah.
Ο κατά συρροήν δολοφόνος δεν ήταν παραίσθηση, Τζοσάια.
-
ψευδαίσθηση
noun feminineEt en tombant, leur illusion de contrôle tombe aussi.
Και καθώς θα ξετυλίγονται, θα ξετυλίγεται και η ψευδαίσθηση του ελέγχου που νομίζουν ότι έχουν.
-
κόπλο
noun neuter
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αυταπάτη
- απάτη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " illusion " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Illusion
-
Αυταπάτη
un faux perception de la réalité
Yakov a dit que l'innocence était une illusion.
Ο Γιάκοβ είπε ότι η αθωότητα ήταν μια αυταπάτη.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη