Μετάφραση του "impeachment" σε Ελληνικά
Οι Διαδικασία μομφής, εισαγγελική αρχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impeachment" σε Ελληνικά.
impeachment
noun
masculine
-
Διαδικασία μομφής
procédure permettant au pouvoir législatif de destituer un haut fonctionnaire d'un gouvernement
-
εισαγγελική αρχή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " impeachment " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη