Μετάφραση του "impitoyable" σε Ελληνικά
Οι ανελέητος, αδιάλλακτος, ανηλεής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impitoyable" σε Ελληνικά.
impitoyable
adjective
masculine
γραμματική
Qui n'a pas de pitié.
-
ανελέητος
adjectiveLe climat a malheureusement été impitoyable dans d'autres territoires européens au cours de cet été.
Δυστυχώς, ο καιρός ήταν ανελέητος και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες φέτος το καλοκαίρι.
-
αδιάλλακτος
adjective -
ανηλεής
AdjectiveHarker s'est avéré aussi impitoyable que je le suis.
Ο Χάρκερ αποδεικνύεται ότι είναι τόσο ανηλεής όσο εγώ.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αδυσώπητος
- αδίστακτος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " impitoyable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη