Μετάφραση του "implacable" σε Ελληνικά

Οι αδιάλλακτος, σκληρός, αδυσώπητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "implacable" σε Ελληνικά.

implacable adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδιάλλακτος

    adjective
  • σκληρός

    adjective

    Pour que les hommes de vos mas assouvissent leur haine implacable.

    Οι χωρικοί χόρτασαν από σκληρή εχθρότητα και πολεμοχαρή διάθεση.

  • αδυσώπητος

    adjective
  • αυστηρός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " implacable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "implacable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη